Οντως, μια τελεια μερα

 

Αργησες μονο μιση ωρα, φοραγες ενα ασπρο μπλουζακι και μολις με ειδες μου πιασες το χερι, μου το φιλησες και γω σε φιλησα σταυρωτα, χωρις ορεξη. Μεχρι τη τελευταια στιγμη σκεφτομουνα να στο ακυρωσω.  Με κοιταξες με τα πρασινα ματια, με πηρες αγκαλια και με φιλησες  στα χειλη στη μεση του δρομου, δειλα, σαν να φοβοσουν να μου κανεις κακο, σαν να μην ησουν σιγουρος αν ηθελα οντως το φιλι σου. Εγω σε κοιταξα δηθεν  ψυχρα και μπηκα στο αυτοκινητο. Μεσα μου ετρεμα ειδη. Ενιωθα τη καρδια μου να χτυπα γρηγορα.  Με ξανακοιταξες και με ξαναφιλησες. Σε φιλησα πισω και συ αφησες το χερι σου στο λαιμο μου. «παμε?», ρωτησες και γω επα «ναι, παμε».

Με πηρες για φαγητο στο σπιτι σου, γνωρισα τη μητερα σου και τη μια σου αδερφη και φαγαμε μαζι. Η αδερφη σου δε σταματισε να με κοιταζει, να μου λεει καλα πραγματα και για το ποσα της εχεις πει για μενα. Η μαμα σου μετα μου καθαριζε φρουτα και μου μιλαγε λες και δεν πηγαινα σπιτι σας για πρωτη φορα, αλλα λες και πηγαινα για χρονια, και ηταν απλα ακομα ενα Σαββατο που ετρωγα μαζι σας. Ησουν γλυκος μαζι μου συνεχεια και μου αγγιζες το ποδι κατω απ’το τραπεζι και μου χαμογελαγες. 

Φυγαμε. Δε σταματησαμε ουτε λεπτο να μιλαμε και να γελαμε. Φτασαμε. Μεγαλο δωματιο με θεα τη θαλασσα στο ξενοδοχειο. Με πλησιασες παλι δειλα και με αγγιξες, με ξαναφιλησες αργα, χαιδεψες το λαιμο μου και αφεθηκα. Ηθελα να σε νιωσω, πλαι μου, μεσα μου, να σε αγκαλιασω. Μου εκανες  ερωτα, δε με γαμησες, δε με πηδηξες.  Δε με αφησες στιγμη απο τα χερια σου, δε σταματησες να με φιλας, να με κοιτας με εκεινο το πρασινο το απλο  που εχεις, οχι το πρασινο το βουρκωμενο του Μικρου Πριγκηπα, αλλα το δικο σου πρασινο με κοιταζε, με διαπερνουσε, με εκανε να ξεχασω για λιγο τα παντα, το κοσμο. Να ζω, να αισθανομε.

Στη πισινα με φιλουσες, παιζαμε μαζι στο νερο. Γυρισαμε στο δωματιο και καναμε ερωτα παλι. Μπηκαμε μαζι στο μπανιο και ξανακαναμε ερωτα. Τρια χρονια περιπου εχω να κανω ερωτα και μπανιο με καποιον. Βγηκαμε για φαγητο, και μετα σε ενα απιστευτο μπαρ που βρηκαμε τυχαια. Ενα μερος πολυ απλο με μια τερασια βεραντα. Μου σιγοτραγουδουσες στο αυτι τα ρομαντικα τραγουδακια που επαιζε ο πιανιστας, ενω με ειχες παρει αγκαλια στους καναπεδες. Δε σταματησες να με φιλας, να με κοιτας. Ενα τραγουδι ελεγε «τωρα που φευγεις, σε φιλω για να ‘χεις μαζι σου, εστω και για λιγο, γευση απο μενα» και κει με πηρες αγκαλια και μου δαγκωσες τα χειλη και μετα μου τα φιλησες ξανα, αργα.

ΠΙσω στο ξενοδοχειο. Ειχε φεγγαρι, στα αριστερα μας η θαλασσα και απεναντι μας το βουνο. Μειναμε μονοι μας, στη βεραντα μας, με χαμηλα φωτα και συ γυμνος με αφησες να σε παρω αγκαλια, να σε φιλησω να σε χαιδεψω. Καναμε ερωτα ξανα, ξανα και μετα πεσαμε μαζι αγκαλια ως το πρωι. Δεν αφησαμε ο ενας τον αλλο ουτε μια στιγμη. Το πρωι, ξανακαναμε ερωτα και κατεβηκαμε για πρωινο. Στη πισινα αρχισαμε να μιλαμε. Καταλαβα πως ειχα κανει λαθος, σε ειχα κρινει λαθος. Πηρα τα περιμενω και τις επιθυμιες μου και τα βαλα στο στομα σου ως υποσχεσεις, χωρις να σκεφτω τη περιπλοκη σου ζωη.

Οταν με πηρες αεροδρομιο, αρχισες να τρως τα νυχια σου νευρικα και οταν με αγκαλιασες για να φυγω, δακρυσες. Με φιλησες ξανα για τελευταια φορα. Εγω δεν δακρυσα, δε κανω τετοια μπροστα σε αλλους. Μολις ομως εφυγες, εμεινα εκει στη πορτα και ξεκινησα να κλαιω γοερα, ακουμπισα στο τοιχο, καθισα στο πατωμα και εκλαιγα. Εκλαιγα για μενα κυριως. Για μενα που δεν ειμαι πουθενα ποτε. Εκλαιγα που φευγω, εκλαιγα που δε μπορω εγω να σου δωσω αυτα που θες και συ το καταλαβες. Εσυ με ξερεις καλυτερα απο μενα. Εκλαιγα που επιτελους για πρωτη φορα μετα απο τρια χρονια ενιωσα οτι εχει ανοιξει η καρδια μου τα παντζουρια της και ειμαι ετοιμος να ξαναγαπησω, εαν τυχει. 

Το μηνυμα που μου στειλες η ωρα 2 το πρωι, οταν εκανα ενδιαμεση σταση, εγραφε «δε ξερεις ποσο απαισιο μου φανηκε το δωματιο του ξενοδοχειου, ποσο λυπητερο, οταν επεστρεψα και δεν ησουν εκει». Και γω σου απαντησα «ευχαριστω για μια τελεια μερα. Εχεις μια θεση στη καρδια μου, το ξερεις’.

Σημερα, οταν ειδα τις φωτογραφιες που βγαλαμε μαζι, δεν εκλαψα, ουτε τωρα που γραφω αυτη την αναρτηση. Πριν λιγο μιλησαμε, και ξερουμε και οι δυο πως ισως, καποτε, αν οι δρομοι μας διασταυρωθουν, θα διαλεξουμε να μεινουμε μαζι στη διαβαση, αλλα εστω, το λιγο που περπατησαμε μαζι, η στιγμη που περασαμε, παντα θα γυαλιζει σαν χαμενο διαμαντι στη μαυρη ασφαλτο ενος μεγαλου δραμου.

3 responses to “Οντως, μια τελεια μερα

  1. Ωραιο,μοναδικα ωραιο συναισθημα.Μπραβο σου

  2. Θα αρχίσω να κλαίω εγώ τώρα… Αχ, η μέρα που περάσατε μαζί ήταν ο ορισμός του τέλειου. Το τι ήρθε μετά δεν μπορώ να το ορίσω. Μπορείς εσυ?

    «Δώσ’ μου φωνή
    να σου το πω
    δώσ’ μου ψυχή
    να μη γυρίσω να σε δω
    μαζί σου αφήνω ό,τι αγαπώ
    και κρύβομαι στ’ αντίο»

  3. ριτσιε – ευχαριστω…. αν και ωραια και μοναδικα ηταν τα συναισθηματα που μου προσφερε αυτος ο ανθρωπος.

    Ιθακη – μανα μου… επερασαμε πολλα πολλα ωραια οντως. Το τι θα ερθει μετα εν ξερω…καποιος αλλος φανταζομαι.
    Τελος ομως τα δακρυβρεχτα ‘σνιφ σνιφ’ ποστ για λιγο καιρο. Ηρτα Κυπρο… τζιαι εν εχω χρονο ουτε ενεργεια για ιστοριες αμοροζικες.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s